INTERNATIONAL ASSOCIATION OF ART CRITICS GREEK SECTION

Home page

DOSSIER AICA HELLAS

ΜΑΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

Γενική άποψη της έκθεσης
Γενική άποψη της έκθεσης

Μαγικός κύκλος

Loraini Alimantiri Gazonrouge

10 Μαρτίου – 2 Ιουνίου 2012

 

Είναι παράξενο, αλλά τη στιγμή που διάβηκα το νούμερο 8 της οδού Κυκλάδων στην Κυψέλη αισθάνθηκα σαν την κρεολή ηρωίδα που περιπλανείτο στους χώρους του Sir John Soane’s Museum, αφουγκραζόμενη γητευτικές ιστορίες από το ιστορικό παρελθόν της, όπως στο βίντεο Vagabondia του Isaac Julien, έργο που προτάθηκε για το βραβείο Turner το 2001 και γυρίστηκε στο εκπληκτικό cabinet of curiosities ομώνυμο μουσείο του Λονδίνου.

 

Αυτό όμως που καθιστά τον Μαγικό κύκλο ένα πραγματικό wunderkammer δεν είναι τόσο το στοιχείο του ρομαντικά αλλόκοτου, όπως ίσως να παραπέμπει ο τίτλος του (δανεισμένος από ένα σπάνιο βιβλίο κριτικών του ’60, του δημοσιογράφου Αλέκου Δράκου), όσο ο τρόπος με τον οποίο οι δύο επιμελητές, Λωραίνη Αλιμαντίρη και Χριστόφορος Μαρίνος, οικειοποιήθηκαν χώρο και χρόνο, έργα και αντικείμενα, για να προτείνουν έναν νέο και σύνθετο τρόπο επιμέλειας, όπου το έργο γίνεται δια-μέσο καθώς ο curator εμπλέκεται άμεσα και προσωπικά στη δημιουργία, όχι μίας απλής παρουσίασης έργων από διαφορετικές γενεές Ελλήνων καλλιτεχνών εν προκειμένω, μα στη δεξιοτεχνική κατασκευή κάτι πολύ πιο σημαντικού –ενός κλίματος, μίας κατάστασης stimmung, που απορρέει από τη δια-χρονική ανάγνωση και τοποθέτηση από τον θεατή του παζλ των εικόνων και των στιγμών που οι επιμελητές δοκίμασαν να ζωντανέψουν μπροστά του και μαζί του.

 

Έτσι το ιστορικό αλλά χαμένο στη λήθη τριώροφο στούντιο του ζεύγους Σπητέρη, ένα σπάνιο δείγμα ελληνικής μετα-Bauhaus αρχιτεκτονικής του 1957 δια χειρός Άρη Προβελέγγιου, και στο οποίο στεγάζεται από το 2009 η γκαλερί Gazonrouge, υπήρξε η αφορμή να αναγεννηθεί με απαράμιλλη λεπτομέρεια η Ελλάδα του μοντερνισμού υπό τη μορφή ενός αστικού, καλλιτεχνικού σπιτιού της εποχής. Οι επιμελητές, υποδυόμενοι τους ένοικους, αφηγούνται μνήμες της τότε πρωτοπορίας που άφησε το στίγμα της στο κτήριο μα και στην ιστορία της τέχνης, η οποία συνυπάρχει και συνομιλεί αβίαστα με την πρωτοπορία του σήμερα, μέσα από μία μοναδική συλλογή ζωγραφικών έργων (κάποια εξ αυτών φιλοτεχνημένα μέσα στο στούντιο), πόστερ, φωτογραφιών, επίπλων και καθημερινών λειτουργικών αντικειμένων, τα οποία εμπλούτιζαν οι επιμελητές καθ’ όλη τη διάρκεια της έκθεσης.

 

Αντιπροσωπευτικά έργα της Διοχάντης, της Μπίας Ντάβου, της Ιωάννας Σπητέρη αιωρούνται πάνω από σπάνια βιβλία, ντεκώ πορσελάνες, καρέκλες του Rietvelt, ενώ, κάτω από τις μπουρζουά περιπαιχτικές φωτογραφίες του ζεύγους Σπητέρη –ή ίσως των Μαρίνου/Αλιμαντίρη–, υπάρχουν post-romantic industrial βινύλια με συλλεκτικά εξώφυλλα. Στον πάνω όροφο, ο χαρτονένιος καναπές του Νίκου Τρανού μας δίνει την ευκαιρία να θαυμάσουμε Τσαρούχη, Βασίλιεφ και Χαλεπά, όλοι παρέα στη «θεατρική γωνιά» με σημείο στίξης το παλιό τηλέφωνο από βακελίτη. Η κουζίνα φιλοξενεί, μεταξύ άλλων, ένα ντανταϊστικό τηγάνι με αιχμηρά γυαλιά (Hommage στον Daniel Spoerri) του Μιχάλη Κατζουράκη δίπλα στους μοναχικούς κέρινους γέρους του Παναγιώτη Λουκά που λιώνουν στωικά, ενώ στην κρεβατοκάμαρα η επιμελώς φθαρμένη βιριδιανή ταπετσαρία αναδύει μία νοτισμένη αύρα ζούγκλας καθώς περιβάλλει το γυμνό εναγκαλισμό του Poka-Yio, πλησίον της ηδονοβλεπτικής ματιάς του Τάσου Βρεττού, που φαίνεται να σαρκάζει τη χαμένη αθωότητα μιας

εικόνας του Κλούβιου, της πάλαι ποτέ αγαπημένης παιδικής μαριονέτας (που αναπάντεχα μαθαίνουμε ότι υποδυόταν η ίδια η Έπη Πρωτονοταρίου, συνιδιοκτήτρια της θρυλικής γκαλερί Δεσμός). Την ίδια στιγμή, επάνω στην παλιά φορητή τηλεόραση, δίνουν το στίγμα τους διάφορες ταινίες, μεταξύ των οποίων η εμβληματική Περιφρόνηση (1963) του Jean-Luc Godard. Τα έργα είναι πολλά και σημαντικά, όπως μελετημένος με προσοχή είναι και ο τρόπος στησίματός τους, μέσα σε ένα νοητό πλέγμα από οριζόντια πλάνα και καθετότητες που αντανακλά τον «ανοιχτό», ανάλαφρο αρχιτεκτονικό χαρακτήρα του κτηρίου στους κεντρικούς του χώρους.

 

Το όλο εγχείρημα είναι ένα work in progress που, κατά περίεργο τρόπο, συνεχίζεται στη μνήμη και πέραν της έκθεσης, και το οποίο δύναται να ολοκληρωθεί σε μία έκδοση που, δίχως να μοιάζει με κατάλογο, θα διαβάζεται ως μυθιστόρημα, όπου ιστορία και μύθος θα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Αυτό μοιάζει να επιδιώκει και αυτή η νέα, στα ελληνικά δρώμενα, επιμελητική πρόταση –τη δημιουργία ενός μονοπλάνου που ξετυλίγει την άχρονη και απρόβλεπτη σαγήνη της ζωής σαν τέχνη, που πάντα θα κάνει τον μαγικό κύκλο της.

 

Φαίη Τζανετουλάκου