INTERNATIONAL ASSOCIATION OF ART CRITICS GREEK SECTION

Home page

DOSSIER AICA HELLAS

ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ

Γενική άποψη της έκθεσης
Γενική άποψη της έκθεσης

Παρνασσός

Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός

7 – 31 Μαΐου 2012

 

Η ομαδική έκθεση Παρνασσός, που φιλοξενήθηκε στον ομώνυμο Φιλολογικό Σύλλογο επί της πλατείας Καρύτση, ανέδυε το άρωμα μιας αγαπημένης κολόνιας που έχει από καιρό ξεθυμάνει. Κατά κύριο λόγο, αυτό οφείλεται στην υπέρ το δέον χαλαρή προσέγγιση του Αυστριακού επιμελητή, Stefan Bidner, η οποία διατυπώνεται συνοπτικά στο Δελτίο Τύπου ως εξής: «…με ενδιαφέρει πολύ να γνωρίσω την αθηναϊκή εικαστική σκηνή, ειδικά τώρα με όλα αυτά που συμβαίνουν στην Ελλάδα και τα οποία έχουν παγκόσμια απήχηση. Θα ήθελα λοιπόν να παρουσιάσω ορισμένους εκπροσώπους της ελληνικής καλλιτεχνικής κοινότητας σε αυτό τον γεμάτο με ιστορία χώρο. Είναι κάτι σαν ένα εικαστικό-ιστορικό catch up το οποίο βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον».

 

Αν επρόκειτο για δήλωση κεντροευρωπαίου πολιτικού, που πραγματοποιεί αναγνωριστική επίσκεψη στη χώρα μας ώστε να σχηματίσει καλύτερη εικόνα για τις τρέχουσες κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις, ενδεχομένως να την εκλαμβάναμε διαφορετικά, να την αφομοιώναμε καλύτερα ή, στη χειρότερη, να περνούσε τελείως απαρατήρητη. Επειδή όμως μιλάμε για μία επιμελητική πρόταση που θίγει ακροθιγώς ένα ζήτημα το οποίο έχει προκαλέσει ουκ ολίγες αντιπαραθέσεις στις τάξεις των Ελλήνων επιμελητών και κριτικών (αναφέρομαι στο ζήτημα της ύπαρξης ή όχι μιας τοπικής σκηνής και πώς αυτή προσδιορίζεται), όφειλε ο Stefan Bidner να είναι περισσότερο σαφής ως προς το πλαίσιο και τα υπεσχημένα της έκθεσής του. Καταρχάς, γιατί αποφάσισε να παρουσιάσει ένα δείγμα της εγχώριας εικαστικής σκηνής στο ελληνικό κοινό και όχι, ας πούμε, στο αυστριακό ή σε κάποιο άλλο, όπως άλλωστε θα ήταν το πιο εύλογο και πιθανώς το πιο χρήσιμο για τους συμμετέχοντες καλλιτέχνες; Και το κυριότερο: Ποια ήταν τελικώς τα ευρήματα της επιμελητικής του έρευνας;

 

Από την άλλη, ο Παρνασσός γέννησε και μια σειρά απορίες, για τις οποίες δεν ευθύνεται ο Bidner, και σε καμία περίπτωση δεν έχουμε την απαίτηση από τον ίδιο να μας διαφωτίσει επί του θέματος: Τι μπορεί να σημαίνει, επιτέλους, η συμμετοχή του Πάνου Κουτρουμπούση και του Νάνου Βαλαωρίτη, δύο λογοτεχνών με εικαστικό έργο που έχουν συνδεθεί ποικιλοτρόπως με το ελληνικό underground, σε μία ακόμη έκθεση που επιχειρεί να εξεικονίσει τη σύγχρονη ελληνική σκηνή; Είναι άραγε τυχαίο ότι, με το που πατούσες το κατώφλι του Παρνασσού, ζωντάνευε μπροστά σου το φάντασμα της Anathena και της Part-Time Punks, δύο εκθέσεων με παρεμφερές περιεχόμενο και αισθητική κατεύθυνση, τις οποίες είχαμε την ευκαιρία να δούμε προ πενταετίας στην Αθήνα; Μήπως έτσι εξηγείται το lapsus memoriae που βίωνες στον Παρνασσό; Εντέλει τι είναι αυτό που διαφοροποιεί τον Παρνασσό από κάποιες ομαδικές εκθέσεις, με τους ίδιους ή της ίδιας περίπου γενιάς καλλιτέχνες, που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια στο πλαίσιο του Remap, κυρίως μέσα σε ερειπωμένα κτίρια, στη συνοικία του Κεραμεικού; Είναι απλώς η διαφορετική αρχιτεκτονική και αισθητική του χώρου, δηλαδή το περιβάλλον μέσα στο οποίο βιώνουμε τα έργα;

 

Νομίζω πως ήρθε πλέον η στιγμή, αν δεν θέλουμε να γινόμαστε στο ίδιο έργο θεατές, να εξάγουμε και ορισμένα συμπεράσματα, ει δυνατόν επικοδομητικά, για τα διάφορα curatorials που έχουν γίνει με τη συμμετοχή νέων Ελλήνων καλλιτεχνών. Επιπροσθέτως, είναι εξίσου επιτακτικό η επιμελητική πρακτική να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της κάθε χρονικής περιόδου και να αρθρώνεται με τέτοιο τρόπο που να προάγει την καλλιτεχνική παραγωγή προσφέροντας συγχρόνως νέα ερμηνευτικά κλειδιά για την κατανόησή της. Με άλλα λόγια, χρειαζόμαστε (και) άλλου τύπου επιμελητικές προσεγγίσεις, ιστορικές ή θεματικές, με συμπαγή επιχειρήματα και συνθετική μορφή.

 

Φυσικά, καμία έκθεση δεν είναι αχρείαστη, όσο φτωχή και να ‘ναι η εννοιολογική πλαισίωση των έργων που την απαρτίζουν. Έτσι, ξεχωριστή θέση στον Παρνασσό είχαν, μεταξύ άλλων, μια νέα σειρά πολύχρωμων γεωμετρικών κολάζ της Βάσως Γκαβαϊσέ· τρία μικρά κεραμικά πορτρέτα «αμφιλεγόμενων ηρώων» δια χειρός Διονύση Καβαλλιεράτου· η αινιγματική, ειδικά φτιαγμένη για τον χώρο, επιτοίχια σύνθεση Beauty is Hope της Μαργαρίτας Μποφιλίου· αλλά και η αλλόκοτη, απρόσμενη μνημειακότητα του μαρμάρινου Μαγιό (2011) της Ραλλούς Παναγιώτου, το οποίο, αν και θρυμματισμένο, θύμα μιας υπερηχητικής δόνησης κατά τη διάρκεια μουσικής περφόρμανς το βράδυ των εγκαινίων, εξακολουθούσε να διατηρεί την αίγλη του. Τέλος, ανεξάρτητα από τις όποιες ενστάσεις, που αφορούν κυρίως στην πρόθεση και το πλαίσιο της παρουσίασης και όχι στο στήσιμο ή στα εκθέματα αυτά καθαυτά, ο Παρνασσός έκρυβε ένα καλά κρυμμένο μυστικό: ανέδειξε έναν χώρο ιδιαίτερης αισθητικής, με πραγματικά πολλές δυνατότητες, που ευελπιστούμε να ανοίξει ακόμη περισσότερο τις πόρτες του στη σύγχρονη τέχνη.

 

Χριστόφορος Μαρίνος